Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Στα χνάρια της Μεγάλης Ύφεσης

recession1Επίκειται ανάκαμψη. Ή έτσι μας λένε. Αλλά πριν φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι η ύφεση βρίσκεται στο τέλος της, πρέπει να δούμε τι μας λέει η ιστορία. Ευτυχώς έχουμε αρκετά δεδομένα. Δυστυχώς δεν μας υποδεικνύουν τίποτα το θετικό.

Καταρχήν, η πτώση της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής κινείται τρομακτικά κοντά στην αντίστοιχη πτώση του πρώτου χρόνου της Μεγάλης Ύφεσης. Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής της Γαλλίας και της Ιταλίας είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη πτώση της δεκαετίας του 1930, ενώ στη Βρετανία και τη Γερμανία είναι περίπου η ίδια. Η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ και τον Καναδά είναι πολύ κοντά σε εκείνη της δεκαετίας του 1930. Αλλά η βιομηχανική κατάρρευση της Ιαπωνίας είναι πολύ χειρότερη από της δεκαετίας του 1930, παρά μια κάποια πρόσφατη ανάκαμψη....


Κατά δεύτερον, η καθίζηση του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου είναι πολύ χειρότερη από την αντίστοιχη καθίζηση του πρώτου χρόνου της Μεγάλης Ύφεσης. Πράγματι, η πτώση του παγκόσμιου εμπορίου κατά τον πρώτο χρόνο της τρέχουσας ύφεσης αντιστοιχεί με την πτώση του παγκόσμιου εμπορίου κατά τα δύο πρώτα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Κι αυτό δεν οφείλεται σε προστατευτισμό, αλλά στην κατάρρευση της ζήτησης για βιομηχανικά προϊόντα.



Τρίτον, παρά την πρόσφατη ανάκαμψη των χρηματιστηριακών αγορών, η πτώση στα παγκόσμια χρηματιστήρια είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της αντίστοιχης περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης.



Οι καθηγητές Eichengreen και O’ Rourke καταλήγουν: «Σε παγκόσμιο επίπεδο βρισκόμαστε στα χνάρια ή κινούμεθα ακόμα χειρότερα από ό,τι κατά τη Μεγάλη Ύφεση. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα γεγονός των διαστάσεων της Μεγάλης Ύφεσης».



Αυτό πάντως που έδωσε στη Μεγάλη Ύφεση το όνομά της ήταν η απότομη πτώση που διέκρινε μια ολόκληρη τριετία. Αυτή τη φορά η παγκόσμια κοινότητα εφαρμόζει τα μαθήματα που άντλησαν από το γεγονός αυτό ο Τζον Μέιναρντ Κέινς και ο Μίλτον Φρίντμαν, οι δύο πιο διαπρεπείς οικονομολόγοι του 20ου αιώνα. Οι πολιτικές απαντήσεις που δίνονται από τις κυβερνήσεις υποδεικνύουν ότι η καταστροφή δεν πρόκειται να επαναληφθεί.



Οι καθηγητές Eichengreen και O’ Rourke περιγράφουν τις διαφορές. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης το σταθμισμένο μέσο βασικό επιτόκιο των επτά μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου ποτέ δεν βρέθηκε κάτω του 3%. Σήμερα βρίσκεται κοντά στο μηδέν. Ακόμα και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που είναι η πιο σκληροπυρηνική από τις μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες, μείωσε το επιτόκιό της στο 1%. Επίσης, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης η προσφορά χρήματος κατέρρευσε. Αυτή τη φορά δεν έπαψε να αυξάνει. Τέλος, οι υιοθετούμενες αυτή τη φορά δημοσιονομικές πολιτικές είναι πολύ πιο επιθετικές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το σταθμισμένο μέσο έλλειμμα 24 μεγάλων χωρών παρέμενε κάτω του 4% του ΑΕΠ. Σήμερα τα δημοσιονομικά ελλείμματα θα βρεθούν πολύ υψηλότερα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το δημόσιο έλλειμμα αναμένεται να βρεθεί στο 14% του ΑΕΠ.





Όλα αυτά συμφωνούν με τα συμπεράσματα ενός ήδη κλασικού άρθρου των Carmen Reinhart του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ και Kenneth Rogoff του Χάρβαρντ: οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις επιφέρουν βαθιές οικονομικές κρίσεις. Το αντίκτυπο μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι ιδιαιτέρως σοβαρό. Επιπλέον, «η πραγματική αξία του δημόσιου χρέους των κυβερνήσεων τείνει να εκρήγνυνται, φτάνοντας ένα μέσο όρο 86% στα μείζονα μεταπολεμικά επεισόδια». Ο κύριος λόγος γι’ αυτό δεν είναι τα εγχειρήματα διάσωσης των τραπεζών, αλλά οι ίδιες οι υφέσεις. Μετά από μια χρηματοπιστωτική κρίση, η διαφυγή των ιδιωτικών κεφαλαίων από την αγορά οδηγεί σε υψηλές δημόσιες επενδύσεις και σε συσσώρευση μεγάλου χρέους. Οι κυβερνήσεις δεν είναι δυνατόν να αποδεχτούν μια μεγάλη ύφεση.



Το ερώτημα είναι αν τα σημερινά δίχως προηγούμενο μέτρα στήριξης της οικονομίας θα καταφέρουν να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης και τη δίχως προηγούμενο συσσώρευση του ιδιωτικού χρέους στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες. Αν ναι, σύντομα και κατά ευτυχή τρόπο θα ξεφύγουμε από τα χνάρια της Μεγάλης Ύφεσης. Αν όχι, δεν θα ξεφύγουμε. Το τι ελπίζουμε είναι σαφές. Το θέμα είναι τι πρέπει να περιμένουμε.



Παρακολουθούμε έναν αγώνα δρόμου ανάμεσα στην αποκατάσταση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα και τις παγκόσμιες ανακατατάξεις της ζήτησης από τη μια μεριά, και τη βιωσιμότητα των πακέτων στήριξης της οικονομίας από την άλλη.



Θα έχουμε μια σημαντική επιστροφή της ζήτησης του ιδιωτικού τομέα μόνο όταν αρχίσουν να αποκαθίστανται οι ισολογισμοί των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και του χρηματοπιστωτικού τομέα με τα ισχυρά προβλήματα στην κεφαλαιακή του βάση ή όταν οι χώρες με υψηλά ποσοστά αποταμιεύσεων αρχίσουν να καταναλώνουν ή ενισχύσουν τις επενδύσεις τους. Τίποτα από αυτά δεν πρόκειται να γίνει σύντομα. Στην πραγματικότητα η αποκατάσταση μάλλον θα απαιτήσει χρόνια, με δεδομένη την εκπληκτική συσσώρευση χρέους της περασμένης δεκαετίας. Κατά τη διάρκεια των δύο προηγούμενων τριμήνων για παράδειγμα, τα αμερικανικά νοικοκυριά αποπλήρωσαν μόνο το 3,1% του χρέους τους. Η απομόχλευση είναι μια μακρόχρονη διαδικασία.

Εν τω μεταξύ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καθίσταται ο μόνος σημαντικός δανειστής. Αντίστοιχα η κινεζική κυβέρνηση θα μπορούσε εύκολα να επεκτείνει το επενδυτικό της πρόγραμμα. Αλλά η πολιτική δεν μπορεί να ενισχύσει την κατανάλωση. Το πιο πιθανό είναι ότι η αποκατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας θα απαιτήσει την εφαρμογή επιθετικών νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών για πολύ περισσότερο καιρό από όσο οι περισσότεροι πιστεύουν. Κι αυτό θα καταστήσει τους σχεδιαστές πολιτικής – και τους επενδυτές – νευρικούς.



Εξ αυτού προκύπτουν δύο αντιτιθέμενοι μεταξύ τους κίνδυνοι. Ο ένας προέρχεται από μια ενδεχομένως πολύ σύντομη εγκατάλειψη των μέτρων στήριξης της οικονομίας, όπως έγινε κατά τη δεκαετία του 1930 και στην Ιαπωνία κατά την ύστερη δεκαετία του 1990. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια εκ νέου επιστροφή στην ύφεση, γιατί ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί, ή δεν θέλει, να ρίξει στην αγορά κεφάλαια. Ο δεύτερος κίνδυνος προέρχεται από μια πολύ καθυστερημένη απόσυρση των μέτρων στήριξης της οικονομίας. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην απώλεια της εμπιστοσύνης στη νομισματική σταθερότητα, που θα επιδεινώνονταν από τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, ιδιαιτέρα των ΗΠΑ, που είναι κι ο εκδότης του βασικού παγκόσμιου νομίσματος. Στο όριο, οι τιμές των εμπορευμάτων που εκφράζονται σε δολάρια θα μπορούσαν να βρεθούν στα ύψη, και σε συνδυασμό με τα αυξανόμενα επιτόκια των αμερικανικών κρατικών ομολόγων μακράς διάρκειας, να οδηγήσουν τις ΗΠΑ - και την παγκόσμια οικονομία - σε ένα κακοήθη στασιμοπληθωρισμό.



Από πέρυσι η παγκόσμια οικονομία πέρασε σε ύφεση. Οι πολιτικές απαντήσεις των κυβερνήσεων προσέλαβαν μεγάλες διαστάσεις. Αλλά εκείνοι που πιστεύουν ότι είμαστε στην έναρξη μιας ανάκαμψης που θα οδηγηθεί από έναν ισχυρό ιδιωτικό τομέα πλανώνται. Ο δρόμος για την πραγματική ανάκαμψη θα είναι μακρύς, δύσκολος και αβέβαιος.


www.sofokleous10.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Με προσοχή να μη μας κάψετε!